ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ:http://www.tlig.org/el/spirituality/prophecy/intratz1/ΜΕΓΕΘΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΕΙΡΑΣ: ΚΑΝΟΝΙΚΟ - ΜΕΓΑΛΟ

Ελληνικά » Πνευματικότητα » Προφητεία » Το Πρόβλημα της Χριστιανικής Προφητείας  »

 

Το Πρόβλημα της Χριστιανικής Προφητείας

Ο χριστιανισμός πάντοτε εμπεριέχει μέσα του ένα στοιχείο ελπίδας

«Είναι εξαιρετικά επείγον το αυθεντικό στοιχείο της υπόσχεσης και της εκπλήρωσης που κληροδοτήθηκε με την χριστιανική πίστη, να παρουσιαστεί με τρόπο κατανοητό και βιώσιμο».

Συνέντευξη με τον Καρδινάλιο Ιωσήφ Ράτζιγκερ

από τον Niels Christian Hvidt

Σύμφωνα με τους περισσότερους θεολόγους, ο όρος «προφητεία» αναφέρεται στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή ή στην προφητική διάσταση της Εκκλησίας. Το θέμα των προφητειών σπάνια μόνο αναφέρεται μέσα στην Εκκλησία. Και όμως, η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από προφητικές μορφές, πολλές εκ των οποίων δεν αγιοποιήθηκαν παρά αργότερα, μολονότι κατά την διάρκεια της ζωής τους είχαν μεταδώσει τον Λόγο, όχι ως δικό τους αλλά ως Λόγο του Θεού.

Ποτέ δεν υπήρξε μία συστηματική μελέτη σχετικά με την ιδιοτυπία των προφητών, με το τι τους ξεχωρίζει από τους εκπροσώπους της θεσμικής Εκκλησίας και το πώς ο λόγος που μας αποκαλύπτουν σχετίζεται με τον Λόγο που αποκαλύπτεται εν Χριστώ και που μας παραδόθηκε μέσω των αποστόλων. Καμία θεολογία δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά, σχετικά με την χριστιανική προφητεία. Πράγματι, ελάχιστες είναι οι μελέτες γύρω απ’ αυτό το θέμα2.

Ο Καρδινάλιος Ιωσήφ Ράτζιγκερ, ήδη από τις αρχές της θεολογικής του δραστηριότητας, πραγματεύθηκε το θέμα της Αποκάλυψης σε αξιοσημείωτο βάθος. Η διδακτορική του θέση πάνω στην Θεολογία της Ιστορίας3 του Αγίου Μποναβεντούρα είχε έναν τέτοιο νεωτεριστικό αντίκτυπο στην εποχή του, που αρχικά απορρίφθηκε4. Εκείνη την εποχή, η Αποκάλυψη θεωρείτο ως μια συλλογή θεϊκών προτάσεων• ως μια συλλογή λογικών γνώσεων. Στην έρευνά του, ωστόσο, ο Ράτζιγκερ ανακάλυψε ότι για τον Μποναβεντούρα η Αποκάλυψη αναφέρεται στην δράση του Θεού στην ιστορία, όπου η αλήθεια αποκαλύπτεται σταδιακά. Αποκάλυψη είναι η συνεχής ανάπτυξη της Εκκλησίας μέσα στην πληρότητα του Λόγου5. Το κείμενο αυτό έγινε δεκτό μόνο αφού περικόπηκε και ξαναγράφτηκε. Έκτοτε, ο Ράτζιγκερ υποστήριξε μια δυναμική κατανόηση της Αποκάλυψης υπό το φως της οποίας «ο Λόγος (Χριστός) είναι πάντοτε ανώτερος από οποιοδήποτε άλλο λόγο, και κανένας άλλος λόγος δεν θα μπορούσε ποτέ να το εκφράσει πλήρως. Πράγματι, τα λόγια μετέχουν της ανεξάντλητης πληρότητας του Λόγου• Χάρη σε Αυτόν, αρχίζουν και αναπτύσσονται κατά τη συνάντηση με κάθε γενεά6.

Κάθε θεολογικός ορισμός της χριστιανικής προφητείας μπορεί να γίνει μόνο μέσα στο πλαίσιο αυτής της δυναμικής θεώρησης της Αποκάλυψη. Έως το 1993, ο Καρδινάλιος Ράτζιγκερ έλεγε «χρειάζεται επειγόντως μια εις βάθος έρευνα που θα καθορίζει τι σημαίνει να είναι κανείς προφήτης»7. Γι ‘αυτό το λόγο ζητήσαμε από τον καρδινάλιο να συναντηθούμε για να συζητήσουμε το θέμα της χριστιανικής προφητείας.

Στην Παλαιά Διαθήκη, οι προφήτες, με την κριτικής τους ανοίγουν δρόμο για το Ισραήλ, συνοδεύοντάς το ως το τέλος. Ποιες είναι οι σκέψεις σας για την προφητεία μέσα στη ζωή της Εκκλησίας;

JOSEPH RATZINGER: Ας μείνουμε κατ’ αρχήν στην προφητεία μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Προς αποφυγήν πάσης παρεξηγήσεως, θα πρέπει να διευκρινισθεί τι είναι ο προφήτης. Το κύριο χαρακτηριστικό του προφήτη δεν είναι η προφητεία μελλοντικών γεγονότων. Ο προφήτης δεν είναι ένας μάντης. Ο προφήτης είναι κάποιος που λέει την αλήθεια, βασιζόμενος στην επαφή Του με τον Θεό. Το θέμα, δεν είναι να προφητεύει το μέλλον με κάθε λεπτομέρεια, αλλά να καταστήσει παρούσα, σε κάποια στιγμή, την θεϊκή Αλήθεια, και επομένως να μας υποδείξει την σωστή κατεύθυνση. Για το λαό του Ισραήλ, ο λόγος του προφήτη κατέχει μια ιδιαίτερη αποστολή, με την έννοια ότι η πίστη γίνεται κυρίως αντιληπτή ως ελπίδα σ΄Αυτόν που θα έρθει, συνεχίζει και διατηρεί την ελπίδα ζωντανή. Είναι εξίσου σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι ο προφήτης δεν είναι εσχατολόγος, αν και μπορεί να φανεί ως τέτοιος. Ουσιαστικά, δεν περιγράφει γεγονότα των έσχατων καιρών, αλλά μας βοηθά να κατανοήσουμε και να βιώσουμε την πίστη ως ελπίδα. Κι αν ακόμα, κατά καιρούς, ο προφήτης θα πρέπει να κηρύξει τον Λόγο του Θεού σαν κοφτερό σπαθί, δεν σημαίνει ότι οπωσδήποτε θα ασκήσει κριτική στην οργανωμένη θρησκεία και στους θεσμούς. Η εντολή του είναι να μειώσει τις παρανοήσεις και την κατάχρηση του Λόγου και των θεσμών, καθιστώντας τις ζωτικές απαιτήσεις του Θεού παντοτινά παρούσες. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την Παλαιά Διαθήκη ως μια ανταγωνιστική διαλεκτική μεταξύ Προφητών και Νόμου, διότι και οι δύο προέρχονται από τον Θεό• άρα, έχουν και οι δύο προφητικό λειτούργημα. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό σημείο κατ’εμέ γιατί μας οδηγεί στην Καινή Διαθήκη. Στο τέλος του Δευτερονομίου, ο Μωυσής παρουσιάζεται ως Προφήτης και ο ίδιος αυτοσυστήνεται ως τέτοιος. Λέει στο Ισραήλ: «Ο Θεός θα σου στείλει έναν προφήτη σαν κι εμένα». Τι σημαίνει «έναν προφήτη σαν κι εμένα»; Πάλι σύμφωνα με το Δευτερονόμιο-και νομίζω αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο- η ιδιαιτερότητα του Μωυσέως συνίσταται στο ότι μίλησε με τον Θεό σαν σε έναν Φίλο. Συνηθίζω να διαβλέπω την ρίζα και την ουσία του προφητικού στοιχείου σε αυτό το «πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Θεό, στο «μιλάω μαζί Του σαν σε έναν φίλο.» Μόνο χάρη σε αυτήν την άμεση συνομιλία με τον Θεό μπορεί κατά καιρούς ο προφήτης να μιλάει.

Πώς μπορεί η έννοια της προφητείας να συσχετιστεί με τον Χριστό; Μπορούμε να περιγράψουμε τον Ιησού Χριστό ως έναν Προφήτη;

RATZINGER: Οι Πατέρες της Εκκλησίας συμπέραναν από το παραπάνω χωρίο του Δευτερονομίου μία υπόσχεση του Χριστού, κάτι με το οποίο συμφωνώ. Ο Μωυσής λέει: «ένας προφήτης σαν και εμένα». Με το «ενώπιος ενωπίω» του με τον Θεό, μετέφερε το Λόγο Του στο Ισραήλ και το έκανε έθνος. Εκπλήρωσε την προφητική του αποστολή οδηγώντας τους ανθρώπους στη συνάντησή τους με τον Θεό. Όλοι οι άλλοι προφήτες βρίσκονται στην υπηρεσία αυτής της προφητείας και πρέπει πάντοτε να απελευθερώνουν εκ νέου το Νόμο από την ακαμψία και να τον μεταμορφώνουν σε μονοπάτι ζωής. Ο αληθινός και σπουδαιότερος Μωυσής, επομένως, είναι ο Ίδιος ο Χριστός, ο οποίος πράγματι ζει «πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Θεό επειδή είναι ο Υιός Του. Μέσα σε αυτόν τον σύνδεσμο μεταξύ Δευτερονομίου και Χριστού, μπορούμε να σημειώσουμε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της ενότητας των δύο Διαθηκών. Ο Χριστός είναι ο καθοριστικός και αληθινός Μωυσής που όντως ζει «πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Θεό ως Υιός Του. Δεν μας οδηγεί απλώς στον Θεό μέσω του Λόγου και των εντολών, αλλά μας ενώνει μαζί Του με την ζωή Του και το Πάθος Του, και με την ενσάρκωσή Του μας καθιστά Σώμα Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι η Προφητεία είναι έντονα παρούσα στην Καινή Διαθήκη. Αν ο Χριστός είναι ο κατεξοχήν προφήτης διότι είναι ο Υιός, τότε η Χριστολογική-προφητική διάσταση εισάγεται επίσης και στην Καινή Διαθήκη εξαιτίας της κοινωνίας με τον Υιό.

Πώς νομίζετε ότι κάτι τέτοιο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο στην Καινή Διαθήκη; Ο θάνατος του τελευταίου αποστόλου δεν έβαλε οριστικό τέλος σε περαιτέρω προφητείες, αποκλείοντας οποιαδήποτε τέτοια δυνατότητα;

RATZINGER: Πράγματι, υπάρχει μία άποψη κατά την οποία η εκπλήρωση της Αποκάλυψης σηματοδότησε το τέλος κάθε προφητείας. Νομίζω όμως, ότι αυτή η άποψη ενέχει μια διττή παρανόηση. Κατ’αρχήν, τρέφει την ιδέα πως ο προφήτης, κατ’εξοχήν συνδεδεμένος με την διάσταση της ελπίδας, δεν έχει πια άλλο λειτούργημα διότι ο Χριστός είναι πια μαζί μας και η ελπίδα μετετέθη στο παρόν. Αυτή η ιδέα είναι εσφαλμένη • ο Χριστός ήρθε εν σαρκί και ανέστη εν Πνεύματι Αγίω. Αυτή η καινή παρουσία του Χριστού στην ιστορία, στα μυστήρια, στον Λόγο, στη ζωή της Εκκλησίας, στην καρδιά κάθε ανθρώπου, είναι η έκφραση και η έναρξη της οριστικής ελεύσεως του Χριστού ο οποίος πληροί τα πάντα9. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστιανισμός πάντοτε τείνει προς τον ερχόμενον Κύριον, με μια εσωτερική κίνηση. Αυτό συμβαίνει και τώρα, αν και διαφορετικά, γιατί ο Χριστός είναι εδώ. Η Θεία Ευχαριστία ανέκαθεν θεωρείτο ως η πορεία μας προς τον ερχόμενον Κύριον. Η αντίληψη ότι ο χριστιανισμός είναι ήδη μια ολοκληρωμένη παρουσία και δεν εμπεριέχει κάποιο στοιχείο ελπίδας είναι το πρώτο λάθος και θα πρέπει να απορριφθεί. Η Καινή Διαθήκη εμπεριέχει διαφορετικά στοιχεία ελπίδας, πρόκειται όμως πάντοτε για ελπίδα. Είναι ουσιώδες για το νέο λαό του Θεού να υπηρετεί την ελπίδα. Η δεύτερη παρανόηση είναι η περιορισμένη, διανοουμενίστικη αντίληψη της Αποκάλυψης, θεωρούμενης ως ένα θησαυροφυλάκιο κληροδοτημένης γνώσης, εντελώς πλήρους, στο οποίο τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί. Το αυθεντικό γεγονός της Αποκάλυψης συνίσταται στο γεγονός ότι εισαγόμεθα στο «πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Θεό. Η Αποκάλυψη είναι κατ’ ουσίαν ο Θεός που δίδεται σε εμάς, που συγκροτεί μαζί μας την ιστορία και που μας επανενώνει συγκεντρώνοντάς μας. Είναι το ξεδίπλωμα ενός περιβλήματος που εμπεριέχει επίσης μια επικοινωνιακή διάσταση και μια συνειδησιακή δόμηση• κι αυτό έχει επιπτώσεις στη γνώση μας για την αλήθεια της Αποκάλυψης. Η Αποκάλυψη, κατανοημένη με τον ορθό τρόπο, πέτυχε τον σκοπό της με τον Χριστό επειδή-με αυτά τα όμορφα λόγια του Αγ. Ιωάννη του Σταυρού- όταν ο Θεός μιλάει προσωπικά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να προσθέσει κανείς• δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα περισσότερο για τον Λόγο. Βρίσκεται ανάμεσά μας με έναν πλήρη τρόπο και ο Θεός δεν έχει τίποτε μεγαλύτερο να μας δώσει, να μας πει από τον Ίδιο τον εαυτό Του. Αλλά αυτή η ολοκληρωτική προσφορά του Θεού- δηλ. ότι Εκείνος, ο Λόγος, είναι παρών εν σαρκί- σημαίνει επίσης ότι πρέπει να συνεχίσουμε να διεισδύουμε σε αυτό το μυστήριο. Αυτό μας επαναφέρει στην προοπτική της ελπίδας. Ο ερχομός του Χριστού είναι η έναρξη μιας γνώσης που όλο και βαθαίνει και μιας σταδιακής ανακάλυψης του τι μας δόθηκε με τον Λόγο. Έτσι, εγκαινιάζεται ένας νέος δρόμος που οδηγεί τους ανθρώπους στην αλήθεια, όπως το θέτει ο Ιησούς στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο όταν αναφέρεται στην Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος10. Νομίζω ότι η αγιοπνευματική Χριστολογία που αναδύεται11 από τα λόγια του Ιησού είναι πολύ σημαντική για το θέμα μας, δεδομένου ότι ο Χριστός εξηγεί ότι η ενσάρκωση Του ήταν απλώς το πρώτο βήμα. Η αληθινή έλευση του Χριστού θα συμβεί όταν ο Χριστός δεν είναι πια συνδεδεμένος σε ένα μέρος ή με ένα σώμα περιορισμένο, αλλά όταν έρχεται σε όλους μας εν Πνεύματι ως Αναστημένος, ούτως ώστε η εισαγωγή στην αλήθεια να αποκτήσει όλο και περισσότερο βάθος. Μου φαίνεται ξεκάθαρο ότι το προφητικό στοιχείο, ως στοιχείο ελπίδας, δεν μπορεί βέβαια να λείπει ή να εξαλειφθεί, δεδομένου ότι ο εκκλησιαστικός χρόνος-δηλαδή όταν ο Χριστός έρχεται σε εμάς εν Πνεύματι- καθορίζεται από αυτήν την ιδιαίτερη αγιοπνευματική Χριστολογία.

Με ποιον τρόπο είναι παρόν αυτό το στοιχείο; Πώς παρουσιάζεται, λόγου χάρη, στον Απόστολο Παύλο;

RATZINGER: Στον Παύλο είναι ιδιαίτερα εμφανές το ότι η αποστολική του ιδιότητα, απευθυνόμενη σε ολόκληρο τον ειδωλολατρικό κόσμο, περιλαμβάνει επίσης την προφητική διάσταση. Χάρη στην επικοινωνία του με τον Αναστάντα Χριστό, μας αποκαλύπτει το μυστήριο της αναστάσεως και μας οδηγεί στα βάθη του Ευαγγελίου. Χάρη σε αυτήν του την επικοινωνία αναπτύσσει μια νέα αντίληψη του Λόγου του Χριστού, φωτίζοντας ιδιαίτερα την διάσταση της ελπίδας και αναδεικνύοντας το κριτικό της δυναμικό. Το να είσαι απόστολος είναι, βέβαια, κάτι το ανεπανάληπτο. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι συμβαίνει στην ιστορία της Εκκλησίας όταν τελειώνει η αποστολική περίοδος. Ένα εδάφιο από την προς Εφεσίους είναι πολύ σημαντικό για την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ο Παύλος γράφει ότι η Εκκλησία θεμελιώνεται πάνω στους αποστόλους και τους προφήτες12. Κάποτε πίστευαν ότι σε αυτό το χωρίο με το «απόστολοι» εννοούνται οι δώδεκα και με το «προφήτες» εκείνοι της Παλαιάς Διαθήκης. Η σύγχρονη εξηγητική πρεσβεύει ότι ο όρος «απόστολος» πρέπει να εννοηθεί ευρύτερα και ότι ο όρος «προφήτης» πρέπει να αναφέρεται στους προφήτες μέσα στην Εκκλησία. Σύμφωνα με την Β’ Προς Κορινθίους, 12, οι προφήτες εκείνων των καιρών συνιστούσαν μια αδελφότητα• το ίδιο αναφέρει και η «Διδαχή» όπου η αδελφότητα είναι ακόμα ξεκάθαρα παρούσα. Αργότερα, όμως, η αδελφότητα των προφητών διαλύθηκε ως θεσμός• σίγουρα όχι τυχαία, μια και, όπως φαίνεται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, το λειτούργημα του προφήτη δεν μπορεί να θεσμοθετηθεί. Η κριτική των προφητών δεν καταφέρεται μόνο προς τους ιερείς αλλά και προς τους επίσημους προφήτες. Αυτό φαίνεται καθαρά στο βιβλίο του Προφήτη Αμώς, όταν εκείνος μιλά εναντίον των προφητών του βασιλείου του Ισραήλ. Οι προφήτες πολύ συχνά καταφέρονται εναντίον των «επίσημων προφητών» γιατί ο χώρος της προφητείας είναι κατεξοχήν ο χώρος που ο Θεός διατηρεί για τον εαυτό Του για να παρεμβαίνει προσωπικά και εκ νέου, παίρνοντας ο Ίδιος την πρωτοβουλία. Επομένως, αυτός ο χώρος δεν μπορεί να ενταχθεί στη μορφή μιας επίσημης αδελφότητας. Θα έπρεπε, κατά την γνώμη μου, να εξετάζουμε το φαινόμενο της προφητείας στη διττή του μορφή, υπό την οποία εμφανιζόταν πάντοτε μέσα στην Ιστορία της Εκκλησίας. Η πρώτη μορφή έχει να κάνει με το ότι το προφητικό χάρισμα θα πρέπει να αναγνωρίζεται μέσα στην αποστολική αδελφότητα με τον ίδιο τρόπο που και οι ίδιοι οι απόστολοι ήταν προφήτες, με τον τρόπο τους• έτσι ώστε, όχι μόνο να φωτίζεται το παρόν της Εκκλησίας αλλά και να δίνεται στο Άγιο Πνεύμα η δυνατότητα δράσης. Αυτό το παρατηρούμε στην Εκκλησιαστική Ιστορία σε μεγάλες μορφές όπως στον Μέγα Γρηγόριο και τον Ιερό Αυγουστίνο. Υπάρχουν κι άλλες μεγάλες εκκλησιαστικές προσωπικότητες που ήταν, ταυτόχρονα, προφητικές μορφές. Αυτό δείχνει ότι πρόσωπα της επίσημης εκκλησίας είχαν ανοιχτή την πόρτα στο Άγιο Πνεύμα. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπόρεσαν αυτοί οι άνθρωποι να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους με τρόπο προφητικό, όπως ορίζει σχετικά η «Διδαχή». Η δεύτερη μορφή σχετίζεται με τον Θεό, ο Οποίος, μέσω των χαρισμάτων, διατηρεί για τον Ίδιον το δικαίωμα της άμεσης παρέμβασής Του μέσα στην Εκκλησία για να την αφυπνίσει, να την προειδοποιήσει, να την προωθήσει και να την εξαγιάσει. Νομίζω ότι αυτού του είδους οι προφητικές-χαρισματικές μορφές διατρέχουν ολόκληρη την εκκλησιαστική ιστορία• βρίσκονται πάντοτε στις πιο κρίσιμες στιγμές της, όπως, παραδείγματος χάρη, στην γένεση του μοναχισμού, που ιδρύθηκε από τον Άγιο Αντώνιο με την αναχώρησή του στην Αίγυπτο. Οι μοναχοί ήταν εκείνοι που έσωσαν την Χριστολογία από τον Αριανισμό και τον Νεστοριανισμό. Ο Μέγας Βασίλειος είναι άλλη μία προσωπικότητα παρόμοιου τύπου, δηλαδή ένας σπουδαίος επίσκοπος και, συνάμα, ένας μεγάλος προφήτης. Και αργότερα, εντοπίζουμε μια χαρισματική αρχή στην κίνηση των μοναχικών ταγμάτων. Ούτε ο Άγιος Δομίνικος ούτε ο Άγιος Φραγκίσκος προφήτευαν το μέλλον αλλά είχαν καταλάβει ότι είχε έλθει η στιγμή για να απελευθερωθεί η Εκκλησία από το φεουδαρχικό σύστημα, να επανεκτιμηθεί η οικουμενικότητα και η ευαγγελική πτωχεία και η αποστολική ζωή. Με τις πράξεις τους αυτές, ξανάδωσαν στην Εκκλησία το αληθινό της πρόσωπο, μια Εκκλησία που οδηγείται από τον ίδιο τον Χριστό και κινείται από το Άγιο Πνεύμα. Αντιπροσωπεύουν ένα νέο ξεκίνημα και προκάλεσαν την αναμόρφωση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Άλλα παραδείγματα: η Αικατερίνη της Σιένας και η Μπριγκίτα της Σουηδίας, δύο μεγάλες γυναικείες μορφές. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι, σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές για την Εκκλησία (όπως η κρίση στην Αβινιόν και το επακόλουθο σχίσμα) κάποιες γυναικείες μορφές όρθωσαν το ανάστημά τους για να αναγγείλουν ότι ο ζωντανός Χριστός είναι επίσης Αυτός που πάσχει μέσα στην Εκκλησία Του.

Επόμενη Σελίδα