ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ:http://www.tlig.org/el/spirituality/pilgrimages/holyland2000/eloy/ΜΕΓΕΘΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΕΙΡΑΣ: ΚΑΝΟΝΙΚΟ - ΜΕΓΑΛΟ

Ελληνικά » Πνευματικότητα » Προσκυνηματικά Ταξίδια και Συναντήσεις  » Άγιοι Τόποι Προσκύνημα 2000 » Η Αναγγελία της Βασιλείας »

 

Η Αναγγελία της Βασιλείας

Από τον π. Francisco Eloy ( Σύριος Ορθόδοξος)

I. Παλαιά Διαθήκη

Η Βασιλεία του Θεού είναι ένα από τα κεντρικά θέματα του προφητικού μηνύματος. Η κατανόησή της έρχεται από τα απώτατα βάθη της Παλαιάς Διαθήκης. Η έμφαση που δίνεται σε αυτό το θέμα του Θεού, ως Βασιλέα και ως εσχατολογικού κριτή χρονολογείται από τον καιρό που το Ισραήλ δεχόταν επιρροές όταν βρισκόταν υπό την κατοχήν ξένων εθνών.

Οι προφήτες ανήγγειλαν την «Ημέρα του Κυρίου» ως «ημέρα της κρίσεως» και «ημέρα ανταπόδοσης» ενάντια στην αδικία και την ανηθικότητα ( Ησ.2.12-21, 61,2 ; Ιερ.46.10; Σοφ.1.14-18), όταν ερμήνευαν την κατάσταση του Ισραήλ εξαιτίας της ανυπακοής του στις εντολές του Θεού, στις πολιτικές και εθνικές του αποφάσεις (Δευτερ.30.11-20).

Παρ’ όλα αυτά η οργή και η τιμωρία δεν αποτελούν καθαυτές τον σκοπό της θεϊκής κρίσης. Στην πραγματικότητα, μέσα από την κρίση ο Θεός θέλει μόνο να επαναφέρει την δικαιοσύνη και την ευθύτητα εδραιώνοντας την Βασιλεία Του μπροστά στα μάτια του Ισραήλ και όλου του κόσμου. Ο Θεός ξεκινά την νέα του συμφωνία με τους ανθρώπους, με σκοπό να επηρεάσει όλα τα έθνη του κόσμου. Κατ΄ αυτό το τρόπο, μια αποκατεστημένη κοινότητα θα αναδύονταν και όλοι θα βίωναν την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αρμονία.

Η Βασιλεία του Θεού θα είναι στο αιώνια και παγκόσμια. Η μαρτυρία της Παλαιάς Διαθήκης γνωρίζει ότι ο Γιαχβέ είναι ο αληθινός βασιλιάς του Ισραήλ και εξυμνεί τον Θεό ως την ανώτατη εξουσία, όχι μόνο πάνω στο λαό του Θεού αλλά και πάνω σε όλη την δημιουργία : «Ο Κύριος είναι πάνω από όλα τα έθνη, και η δόξα του πάνω από τους ουρανούς» (Ψαλ.113.4). Παρά τον σκοτεινό ορίζοντα του λαού του Θεού και της ιστορίας του κόσμου, το όραμα της εσχατολογικής βασιλείας γίνεται πηγή ελπίδας. Ο Θεός είναι ήδη ενθρονισμένος όπως ήταν και χτες, αν και η πλήρης αποκάλυψη της βασιλείας του αναμένεται να έρθει. Αυτός έχει τον τελικό λόγο. Το μέλλον ανήκει σε Αυτόν.

II. Η Βασιλεία του Θεού στην ζωή και την διακονία του Ιησού από τη Ναζαρέτ.

Το προφητικό μήνυμα της σωτήριας βασιλείας του Θεού παίρνει σάρκα και οστά στο Ευαγγέλιο το οποίο επίσης αμφισβήτησαν την σύγχρονη αντίληψη της Βασιλείας. Οι τρόποι του Ιησού δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς μια εσχατολογική νότα που είναι θεμελιώδης. Οι διδαχές και η θεραπευτική του διακονία προϋποθέτουν ότι έφτασε η τελική ώρα: « Ο χρόνος έχει πληρωθεί, και η Βασιλεία του Θεού είναι κοντά: Μετανοήστε και πιστέψτε στο ευαγγέλιο» (Μαρκ.1.15).

Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, με τις πολλές φωνές της, επιβεβαιώνει ομόφωνα μέσα από το φως του Πάσχα, ότι αυτό το μήνυμα είναι αληθινό: στο πρόσωπο και στα λεγόμενα του Ιησού από τη Ναζαρέτ η Βασιλεία του Θεού «έγινε σάρκα» μια για πάντα. Με τον Ιησού, η Βασιλεία του Θεού ήταν και παραμένει «μέσα μας» (Λουκ. 17.21). Η πραγματικότητα της Βασιλείας υλοποιείται στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, εσταυρωμένου και αναστημένου. Το μήνυμα του Ιησού είναι, κατά βάση, το χαρμόσυνο μήνυμα της Βασιλείας, με τις απαιτήσεις του και τις υποσχέσεις σωτηρίας.

Tο μήνυμα του Ιησού

Το μήνυμα του Ιησού συχνά μεταδίδεται μέσα από παραβολές. Γενικά μιλώντας, οι άνθρωποι που ακούνε τον Ιησού πρόκειται να σχολιάσουν μαζί Του την παραβολή, έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την πρόκληση του να αποδεχθούν ελεύθερα ή όχι την ανώτατη εξουσία του Θεού. Οι πλειονότητα των παραβολών ασχολούνται με το μυστήριο της Βασιλείας και τραβούν την προσοχή των ακροατών με αναρίθμητα στοιχεία αιφνιδιασμού.

Η επί του Όρους ομιλία περιλαμβάνει πολλά στοιχεία τα οποία ανήκουν στη Βασιλεία του Θεού. Στους Μακαρισμούς, Ο Ιησούς υπόσχεται την ευτυχία της Βασιλείας σε όσους είναι ενήμεροι των αναγκών τους: τους φτωχούς, τους πεινασμένους εκείνους που κλαίνε, εκείνους που τους μισούν (Λουκ. 6.20-23); Τους πτωχούς τω πνεύματι, εκείνους που θρηνούν, τους ταπεινούς, εκείνους που πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη, τους ελεήμονες, εκείνους που έχουν καθαρή καρδιά, τους ειρηνοποιούς και εκείνους οι οποίοι διώκονται για την επικράτηση του θελήματος του Θεού. (Ματθ. 5. 3-12)

Το ισχυρό έργο του Ιησού

Το ισχυρό έργο του Ιησού, μαζί με τα λόγια Του, κάνουν τη Βασιλεία του Θεού μια πραγματικότητα παρούσα. Αυτό μπορεί να το δει κανείς, για παράδειγμα, στα θαύματα θεραπείας, τα οποία ήταν κατανοητά ως σημάδια της Βασιλείας, όχι μόνο από ξένους, αλλά και από τον ίδιο τον Ιησού: «Αν όμως Εγώ βγάζω τα δαιμόνια με το πνεύμα του Θεού, αυτό σημαίνει πως έφτασε σ’ εσάς η Βασιλεία του Θεού». (Ματθ.12,28). Εκτός αυτού και βαθύτερα απ΄ αυτό, η υπεροχή της θεϊκής εξουσίας πραγματώνεται όχι μόνο με τις πράξεις του Ιησού, αλλά και με το πασχαλινό Του πεπρωμένο, πάνω στον σταυρό και στην ανάσταση. Η καθαρή μαρτυρία της Καινής Διαθήκης δείχνει ότι στην πορεία του Ιησού της Ναζαρέτ, από την φάτνη ως τον σταυρό και τον κενό τάφο, η Βασιλεία του Θεού είναι ήδη μέσα μας. Ο Ιησούς δεν διδάσκει μόνο, αλλά εκπληρώνει και αποτελεί παράδειγμα όλων αυτών που λέει.

Κύριε Ιησού Χριστέ,
συγχώρεσέ μας για την έλλειψη εμπιστοσύνης σε Εσένα,
για την έλλειψη ελπίδας στη Βασιλεία Σου,
για την έλλειψη πίστεως στην Παρουσία Σου,
για την έλλειψη εμπιστοσύνης στο Έλεος Σου,
Κύριε Ιησού Χριστέ, λύγισε μας, γιατί είμαστε υπερήφανοι. Δυνάμωσε μας γιατί είμαστε αδύναμοι.
Δώσε μας ταπεινότητα, γιατί εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας.
Φώναξε μας με το όνομά μας,
γιατί χωρίς Εσένα είμαστε ολοκληρωτικά χαμένοι.

Οι Χριστιανοί διακηρύττουν στο δεύτερο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως της Νίκαιας ότι: «θα έρθει και πάλι με δόξα». Όταν διακηρύττουμε ότι ο Χριστός θα επιστρέψει, βεβαιώνουμε την πίστη μας σε μια ιστορία που δεν θα καταλήξει στο χάος αλλά σε Εκείνον με Τον οποίο ξεκίνησε, το Άλφα και το Ωμέγα...

Αυτή η ελπιδοφόρος προοπτική εκφράζεται με ειδική έμφαση στο τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής, το βιβλίο της Αποκάλυψης. Η εσχατολογική του υπόσχεση αφορά όλους εκείνους που τώρα υποφέρουν. «Και θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τα μάτια τους. Και ο θάνατος δεν θα υπάρχει πια, ούτε θρήνος, ούτε κλάμα, ούτε πόνος θα υπάρχει πια» (Αποκ. 21.4). Οι ανθρώπινες κοινότητες θα είναι ορατές μέσα από το φώς της ελπίδας. Το όραμα της «αγίας πόλης», της «νέας Ιερουσαλήμ» και «των νέων ουρανών και της νέας γης» δίνει φως και μας καθοδηγεί στις ευθύνες και τις ελπίδες μας. Δεν είναι ένα ιδεολογικό όραμα. Δεν είμαστε οι αρχιτέκτονες της Νέας Ιερουσαλήμ, η οποία δεν θα κατασκευαστεί από ανθρώπινα όντα. Αυτή είναι η πόλη του Θεού. Η φωνή του ιδίου του Θεού προσφέρει την υπόσχεση: «Τα πάντα κάνω καινούργια». (Αποκ. 21.5). Όταν αυτή η υπόσχεση μας απελευθερώσει μπορούμε να συνεχίσουμε το προσκυνηματικό μας ταξίδι προς την Βασιλεία, χωρίς καμιά ουτοπική ψευδαίσθηση, αλλά με χαρμόσυνη ελπίδα. Η τελευταία λέξη ανήκει στον Θεό. Το μέλλον ανήκει στον Θεό. Η τελική κρίση είναι επίσης δική Του.

Τα θέματα της κρίσης και της μετάνοιας υπήρξαν μέγιστης σημασίας στη κατανόηση των δύο στόχων της μελέτης, ενότητας και ανακαίνισης σε σχέση με την Εκκλησία. Οι χριστιανοί διακηρύσσουν σε αυτό το σημείο του Πιστεύω πως ο Χριστός θα κρίνει «ζώντας και νεκρούς». Όλοι μας θα πρέπει να συμμετέχουμε στην Κρίση του Χριστού, γεγονός που μας κάνει ταπεινούς. Παρ’ όλα αυτά, το όραμα της τελικής κρίσης μας δίνει την αυτοπεποίθηση πώς τον αγώνα για χάρης της δικαιοσύνης που έχει τόσο διαστρεβλωθεί στον αμαρτωλό μας κόσμο, θα τον αναλάβει και θα τον αποκαταστήσει η δύναμη του Θεού. Οι φονιάδες δεν θα θριαμβεύουν για πάντα στα θύματά τους.

Στην ανθρώπινη ζωή μας βιώνουμε μια μεγάλη ένταση ανάμεσα στην δικαιοσύνη και την αγάπη. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Αγίας Γραφής, η δικαιοσύνη και η αγάπη δεν μπορούν να είναι χωριστές. Οι άνθρωποι δεν είναι δίκαιοι, μόνο ο Κριτής είναι δίκαιος. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις ευθύνες τους εν όψει της αμαρτίας, αλλά μπορούν να αντιμετωπίσουν την κρίση στηριγμένοι στο έλεος και την συγχωρητική αγάπη του Θεού, η οποία φανερώνεται μέσα από μια δεσπόζουσα κατανόηση της έννοιας του ανθρώπινου όντος.

Η αναζήτηση της ορατής ενότητας σχετίζεται με την υπερνίκηση της ανθρώπινης διαίρεσης και με την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι μόνο λειτουργική, αλλά πρέπει να καθρεφτίζει την ίδια την ενότητα και την ενωτική αγάπη του Θεού. Όταν συσχετίζουμε την ενότητα με την αποστολή, την υπηρεσία με την συμμετοχή στα δεινά της ανθρωπότητας εκφράζουμε επακριβώς την αγάπη του Θεού, ο οποίος κάλεσε την Εκκλησία στην ύπαρξη, την έκανε ένα σημάδι και η προσμονή και το εργαλείο της νέας ανθρωπότητας στη Βασιλεία του Θεού.

Η προοπτική της Βασιλείας προϋποθέτει, κατά δεύτερο λόγο, ότι η Εκκλησία πρέπει να αναγνωριστεί ως μέρος του κόσμου, καθώς είναι φτιαγμένη από την ίδια «ύλη», αν και δεν ανήκει στον «κόσμο» (Ιωαν. 15,19). Αυτό που συμφιλιώνεται και ανακαινίζεται στην Εκκλησία είναι, στην πραγματικότητα, ο «κόσμος» που έχει αποχωριστεί από τον Θεό. Γι’ αυτόν το λόγο η διαδικασία της ανακαίνισης συνεχώς γυρίζει πίσω στον κόσμο, και αμέσως επιστρέφει προς την τελική λύτρωση. Αλλά στον κόσμο υπάρχουν επίσης αμέτρητες και αρκετά δραστήριες δυνάμεις οι οποίες μπορούν να γίνουν ορατές, με τα μάτια της πίστεως, ως εκφράσεις της συνεχούς φροντίδας του Θεού για την Δημιουργία του. Όταν η Εκκλησία τις αναγνωρίζει, αμέσως ανακαλύπτει την συγκεκριμένη ευθύνη και αποστολή της. Όταν είναι πιστή στον εαυτό της και οδηγείται από τον Θεό, η Εκκλησία δεν φοβάται να βγει από τα περιθώρια της κοινωνίας και δεν φοβάται να επηρεαστεί από το κοσμικό ημερολόγιο, αλλά νιώθει σίγουρη και ικανή να αναγνωρίσει την παρουσία της θεϊκής ενέργειας σε αυτά τα μέρη. Σύμφωνα με το μέτρο με το οποίο η Εκκλησία δίνει μαρτυρία της τελικής συντέλεσης, η οποία είναι και αυτή του μέλλοντος κόσμου, υπομένει τα προβλήματα του κόσμου με αλληλεγγύη και ελπίδα.

Όταν προσπαθεί να διορθώσει αυτές τις διαστρεβλώσεις, η Χριστιανική κοινότητα βρίσκει έμπνευση στον ίδιο τον Χριστό. Μέσα από το Ευαγγέλιο, όλες οι επαφές με τον Χριστό οδηγούν τα άτομα και την κοινότητα σε μια πιο άφθονη ζωή. Είναι ένας αφέντης που δεν επιβάλλεται στους άλλους. Είναι ένας υπηρέτης χωρίς καμία δουλικότητα . Όταν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ζητούν ιδιαίτερη θέση στην μελλοντική Βασιλεία, ο Ιησούς δεν τους αποπαίρνει , αλλά τους δείχνει ότι σκέφτονται σαν ειδωλολάτρες πολιτικοί ηγέτες με σκοπό να «επιβληθούν» στους υποτελείς τους. Προτείνει ένα εναλλακτικό μοντέλο εξουσίας που είναι η αποστολή του Υιού του Ανθρώπου: να υπηρετεί αντί να τον υπηρετούν και να προσφέρει την ζωή Του λίτρο για όλους. (Μαρκ. 10. 35-45).

Η εκκλησία καλείται να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο, με την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, στην Χριστιανική κοινοτική ζωή της. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να μεταμορφωθεί σε σύμβολο και όργανο ανανέωσης της ανθρώπινης κοινότητας, και σε μια δυνατή μαρτυρία του θείου θελήματος με τέτοιον τρόπο ώστε άνδρες και γυναίκες να έχουν μια πραγματικά άφθονη ζωή.

Προσβάλλουμε τον Θεό μας, τον Δημιουργό του ουρανού και της γης και καταριόμαστε την ζωή και ο ένας τον άλλο. Ξαναβρήκαμε τα λογικά μας πολύ αργά, και δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. Προκαλέσαμε την αυστηρή κρίση του απείρως φιλεύσπλαχνου ελεήμονος Θεού, από την αμέλεια την ανομία και την καταστροφικοτητά μας. Ικετεύουμε για συγχώρεση και παρακαλούμε για μια βαθιά αλλαγή στις καρδιές μας, μια ριζική επιστροφή στον Θεό και τον δρόμο που οδηγεί στη ζωή, εγκαταλείποντας τον δρόμο προς τον θάνατο.

Πρέπει να ζούμε σύμφωνα με το Άγιο Πνεύμα και να συλλάβουμε την παρουσία Του σε ολόκληρη την Δημιουργία. Όπως ειπώθηκε προηγουμένως, το Άγιο Πνεύμα γεμίζει το Σύμπαν, δίνει την πνοή της ζωής και ρυθμίζει τις καρδιές μας ώστε να ακούμε τον παλμό της γης και το μονοπάτι της αλήθειας και της ομορφιάς.

Συνεπώς, αυτό που αντιτίθεται στο Άγιο Πνεύμα δεν είναι ο κόσμος και τα γήινα πράγματα, αλλά η αμαρτία και η δύναμη του θανάτου. Θα πρέπει πάντα να ξεκινάμε με ευλάβεια και σεβασμό για όλα τα πλάσματα, ιδίως τους ανθρώπους, αρχίζοντας από αυτούς που έχουν την περισσότερη ανάγκη. Το Άγιο Πνεύμα μας διδάσκει να πηγαίνουμε πρώτα σε εκείνα τα μέρη όπου η κοινότητα και η δημιουργία φθίνουν με πιο φανερό τρόπο, και σε εκείνα τα μελαγχολικά μέρη όπου η κατακραυγή των ανθρώπων και η κατακραυγή της γης μπλέκουν μια με την άλλη. Εκεί, συναντάμε τον Χριστό να προπορεύεται σε συμπαράσταση και θεραπεία. Εκεί, λαμβάνουμε και δίνουμε ψωμί στους πεινασμένους, νερό στους διψασμένους, γέλιο σε όσους βρίσκονται σε ανάγκη, παρηγοριά σε όσους θρηνούν. Και εκεί, προσφέρουμε την αληθινή μας πνευματική λατρεία ως μέλη, ο ένας στον άλλον (Ρωμ. 12.13).

Δεύτερον, οι ίδιες μας οι εκκλησίες πρέπει να είναι τα μέρη όπου θα μαθαίνουμε με ένα καινούργιο τρόπο πως η Διαθήκη του Θεού αγκαλιάζει όλα τα πλάσματα, ανακαλύπτοντας εκ νέου την εγωκεντρική διάσταση της Αγίας Γραφής. Αυτό σημαίνει έναν τρόπο ζωής υλικά σεμνό που να αγαπά και να φέρεται στην γη με καλοσύνη, με τον ίδιο τρόπο που φέρεται ο Θεός.

π. Francisco Eloy